Κυριακή, 14 Δεκεμβρίου 2014

Καλικάντζαροι



                      Ο μυλωνάς και οι καλικάντζαροι

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας φτωχός μυλωνάς, ο μπάρμπα - Θύμιος. Αυτός, χειμώνα καλοκαίρι έμενε στον μύλο του, λίγο έξω απ' το χωριό.
Μια χρονιά, λοιπόν, ανήμερα Χριστούγεννα, λίγο πριν απ' το ξημέρωμα, ετοίμασε μια ωραία σούπα κι έβαλε μέσα λίγο κρέας, πατατούλες και καρότα. Ξαφνικά, να σου απ' την κα­μινάδα ένα καλικαντζαράκι μικρό, μαυριδερό, με πεταχτά μάτια και μακριά ουρά. Κρατούσε στο χέρι του ένα καλάμι κι είχε κρεμασμένο εκεί, ένα βρόμικο κουρέλι. Χοροπήδαγε σαν τη μαϊμού γύρω από τον μυλωνά κι έβγαζε κοροϊδευ­τικά τη γλώσσα του. Ο καημένος ο μπάρμπα - Θύμιος, μόλις το είδε μπροστά του, τρόμαξε, μα έκανε τάχα τον αδιάφορο! Ήξερε πως είχε να κάνει με καλικάντζαρο και πως το παρά­ξενο τούτο πλάσμα έρχεται με την παρέα του εδώ, στη γη, δώδεκα μέρες κάθε χρόνο, από του Χριστού ως τα Φώτα, κι άλλη δουλειά δεν έχει παρά μόνο να κάνει το κακό και να βασανίζει τους ανθρώπους.
Ο μυλωνάς, λοιπόν, πήρε κουράγιο και του λέει:
«Καλώς ήρθες».
«Καλώθ θε βλήκα!» κάνει το καλικαντζαράκι που ήτανε ψευδό. «Πώθ θε λένε, μπάλμπα;»
«Εαυτός μου», λέει ο μυλωνάς, χωρίς να το καλοσκεφτεί.
«Μπλάβο, μπαλμπα-εαυτέ μου, ωλαίο όνομα έχειθ. Δεν μ' αφήνειθ κι εμένα να βουτήκθω το κουλελάκι μου θτη θουπίτθα θου;»
Και μόνο που το 'βλεπε ο μπαρμπα - Θύμιος το κουρέλι, του ερχόταν αηδία, μα τι να κάνει;
Μέχρι να σκεφτεί ο μυλωνάς, το καλικαντζαράκι βούταγε το κουρέλι του σιη σούπα κι έπειτα το ρούφαγε και το έγλει­φε πάνω απ' το τσουκάλι, με μια γλωσσάρα πιο μεγάλη απ' το μπόι του. Έβλεπε ο μπάρμπα- Θύμιος τα σάλια του, που πέφταν μες στη σούπα και σιχαινόταν, μα τι να πει; «Πάει η σουπίτσα μου...», σκεφτόταν.
Τώρα ο καλικάντζαρος είχε βουτήξει για τα καλά μες στη σούπα και τα χέρια, και την ουρά του, και δώσ' του έγλειφε, δεν είχε σκοπό να τελειώσει...
«Μμμ... νόθτιμο! Νόθτιμο...!» έλεγε και ρούφαγε τη σού­πα με λαιμαργία.
Ο μυλωνάς δεν κρατιότανε άλλο. Δίνει μια στο τσουκάλι και το αναποδογυρίζει. Πάρ' τον κάτω τότε τον καλικάντζαρο, και καπέλο και η σούπα, και το τσουκάλι ολόκληρο. Ζεματίστηκε το ξωτικό κι άρχισε να τσιρίζει και να πηδάει σαν μανιασμένο! Στο τέλος, σκαρφάλωσε στο παράθυρο και βγήκε τρέχοντας
«Τλεχάτε, αδέλφια! Θώθτε με! Μ' έκαπθε ο άτιμοθ! Δεματίθτηκα!»
Τ' ακούει ο μυλωνάς και πάγωσε απ' τον φόβο του. Γλίτωσε απ' το ένα καλικαντζαράκι, άμα έρθουν όλα, όμως, τι θ' απογίνει; «Πρέπει να φύγω απ' τον μύλο», σκέφτηκε. «Αν με βρουν εδώ θα μου βγάλουν κάνα μάτι, θα μου στραμπουλί­ξουν το χέρι, ένας Θεός ξέρει τι με περιμένει...!»
Βγαίνει, λοιπόν, τρέχοντας απ' τον μύλο, λύνει το γαϊδου­ράκι του και το φορτώνει βιαστικά δύο σακιά αλεύρι. Το 'να δεξιά και τ' άλλο αριστερά. Ανεβαίνει κι αυτός στο σαμάρι, ρίχνε κι ένα τρίτο σακί από πάνω του και δεν φαινόταν. Δίνε μια, και ξεκινά! Το μουλάρι έμοιαζε να πήγαινε μόνο του τον δρόμο για το χωριό.
Δεν πέρασε πολλή ώρα και στον μύλο κατέφθασε όλο το ασκέρι των καλικαντζάρων.
«Ποιος σε πείραξε, βρε; Ποιος σ' έκαψε;» ρωτούσαν το καλικαντζαράκι που ακόμα χοροπήδαγε και στρίγκλιζε απ' τους πόνους.
«Μ' έκαπθε ο εαυτόθ μου!» έλεγε, κατακόκκινο απ' τα κλάματα και λιγδωμένο από τη σούπα.
«Τι λες, μωρέ; Μεθυσμένος είσαι;»
«Μήπως στραβώθηκες κι έπεσες μόνος σου στη φωτιά;»
«Πώς κάηκες απ' τον εαυτό σου, καλέ;» έλεγαν οι άλλοι και το κορόιδευαν.
«Μ' έκαπθε ο μπάλμπα-εαυτόθ μου, μωλέ, ο μυλωνάθ! Μου γύριθε τη θούπα θτο κεφάλι! Με δεμάτιθε θαθ λέω, ο άτιμοθ!»
Τότε, οι καλικάντζαροι κατάλαβαν τι έχε συμβεί. «Βρε, τον παλιομυλωνά! Εμπρός! Πάμε να τον προλά­βουμε, κι αλίμονο του!» είπε ο αρχηγός τους, και ξεχύθηκαν όλοι στον δρόμο σαν σίφουνες.
Σε λίγο φτάσανε το γαϊδουράκι που πήγαινε μοναχό του, φορτωμένο τα σακιά το αλεύρι. Ακούει ο καημένος ο μυλωνάς - που ήταν κρυμμένος μες στα σακιά- τη φασαρία, και πάγωσε το αίμα του απ' τον φόβο...
Μ' έναν πήδο, ανεβαίνει ο αρχηγός πάνω στο γαϊδουράκι και μέτραγε τα σακιά:
«Ένα τσουβάλι εδώ, ένα εκεί, μα πού είναι ο μυλωνάς; Μας ξέφυγε; Πίσω στον μύλο, γρήγορα!» διέταξε, και ξεχύθηκε πάλι το ασκέρι των καλικαντζάρων να πάρει την ανηφόρα.
Γυρίζουν πίσω στον μύλο, κοιτάζουν δεξιά, ψάχνουν αρι­στερά, πάνω, κάτω, πουθενά ο μυλωνάς. Τα 'πιασε λύσσα...
«Πίσω στο γαϊδούρι! Εκεί θα 'ναι!» είπαν και κατρακύλη­σαν πάλι τον δρόμο του χωριού.
Βρήκαν πάλι το γαϊδουράκι, ψάχνουν, ψαχουλεύουν, ξαναψάχνουν, τίποτα... Και πάλι γυρνάνε στον μύλο, κι έπει­τα στο γαϊδουράκι, κι όλη νύχια το ίδιο, πήγαιν' έλα.
Και τότε, λάλησε ο πετεινός και ξημέρωσε Χριστούγεννα.
«Σώθηκα», σκέφτηκε ο μυλωνάς κρυμμένος μες σια τσου­βάλια, κι ησύχασε η καρδιά του. Ήξερε πως με τον πρώτο πετεινό, οι καλικάντζαροι, χάνονται.
Έτσι κι έγινε. Τα καλικαντζαράκια γίναν άφαντα κι ο μπάρμπα - Θύμιος βγήκε απ' την κρυψώνα του αναστενάζοντας με ανακούφιση. Έκανε τον σταυρό του που σώθηκε κι έτρεξε κι αυτός στην εκκλησία, μαζί με τους άλλους χωρικούς...
Και ζήσαν αυτοί καλά, κι εμείς καλύτερα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: