Τρίτη, 10 Μαρτίου 2015

Με λένε Χρήστο και προσέχω το περιββάλον

«Μαμά, μαμά. Φέρε κι άλλα τσιπς, τελείωσαν.» φώναξε ο Χρήστος από τον καναπέ. Μόλις έπεσε το σήμα των ειδήσεων ο Χρήστος σταβομουτσούνιασε , πήρε το τηλεκοντρόλ –οι δίπλες της κοιλίτσας του τρεμόπαιξαν—και άλλαξε το κανάλι. Έκανε λίγο ζάπιγκ, δε βρήκε τίποτα ενδιαφέρον, και έφυγε από το σαλόνι αφήνοντας την τηλεόραση ανοιχτή. Μια πολική αρκούδα στη μέση ενός κομματιού πάγου κοιτούσε λυπημένα από το γυαλί.
Ο Χρήστος εισέβαλε στην κουζίνα, άρπαξε το μπολ με τα τσιπς που μόλις τα είχε σερβίρει η μαμά του, άνοιξε το ψυγείο και άρχισε να χαζεύει:
«Σοκολατούχο δεν έχει; Ούτε κόκα κόλα;»
«Υπάρχει και νεράκι του Θεού, Χρήστο μου» είπε η μαμά αναστενάζοντας.
«Φράουλες δεν έχει;»
«Φράουλες χειμωνιάτικο; Που το είδες αυτό πάλι;»
«Είχε στο σπίτι του Λευτέρη. Είχαν σου λέω. Και πεπόνι.»
«Και πισίνα έχουν και ας έχουμε τη θάλασσα δίπλα μας.»
«Ιιιιι. Τι λες. Τέλεια πισίνα έχουν. Μακάρι να ‘χαμε κι εμείς.»
Ο Χρήστος μιλούσε ακουμπώντας στην πόρτα του ψυγείου. Ακόμη δεν είχε αποφασίσει τι θα έπαιρνε από μέσα. Τελικά την έκλεισε και πήγε στο δωμάτιό του κι έβαλε το τελευταίο CD της Μadonna.
«Βαρετούρα» είπε και πήγε στο μπάνιο. Άνοιξε τη βρύση να δει αν έχει ζεστό νερό. Μπα. Άναψε τον θερμοσίφωνα. Ύστερα έβαλε το κινητό του να φορτίζει κι ύστερα πήγε να παίξει Playstation. Μετά από δυο ώρες θυμήθηκε:
«Μαμά, κλείσε το θερμοσίφωναααα.»
«Έχει τιγκάρει παιδάκι μου. Θα κάνεις μπάνιο και λούσιμο;»
«Μπα, τίποτα από αυτά. Βαριέμαι.»
«Χρειάζεσαι ανοιχτή την τηλεόραση, το CD; Μας ξεκούφανες. Όλα μαζί παίζουν.»
«Μαμά, να πεις στον μπαμπά να μου φέρει ένα χάμπουργκερ γυρνώντας απ’ το γραφείο;»
«Έχουμε ψάρι.»
«Όχι θέλω χάμπουργκερ. Και πρέπει να πάρουμε καινούργιο Playstation. Aυτό είναι χάλια.»
«Μια χαρά παίζει.»
«Ναι αλλά έχει βγει καλύτερο μοντέλο.»
«Μπορείς να ελευθερώσεις την πρίζα από τον φορτιστή σου; Θέλω να βάλω την ψηστιέρα.»
«Α ωραία. Τίγκαρε το κινητό μου. Θα πάρω τον Θέμη να του πω να πάμε για ποδόσφαιρο αύριο.»
«Δεν αρχίζεις να ετοιμάζεσαι για ύπνο;»
«Από τώρα; Περιμένω τον μπαμπά.»
Ο μπαμπάς μπήκε στο σπίτι κρατώντας την αγαπημένη σακούλα του Χρήστου. Ο Χρήστος μουρμούρισε ένα γεια στον μπαμπά του, άρπαξε τη σακούλα, ξετύλιξε το χάμπουργκερ, έφαγε μια δαγκωνιά και μετά παράτησε το υπόλοιπο στο τραπέζι. Μετά το ξανασκέφτηκε. Μάζεψε και πέταξε στα σκουπίδια τη συσκευασία και το χάμπουργκερ. Ευχαριστημένος καληνύχτισε τους γονείς του και πήγε για ύπνο. Αύριο τον περίμενε μια σκληρή μέρα. Είχε να γράψει μια εργασία με θέμα την προστασία του περιβάλλοντος.

Ελένη Σβορώνου - Υπεύθυνη Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης στο WWF Ελλάς

Δεν υπάρχουν σχόλια: