Σάββατο, 21 Οκτωβρίου 2017

Τούρκικες λέξεις που χρησιμοποιούμε στα ελληνικά

Τέσσερις αιώνες τουρκοκρατίας ήταν υπεραρκετοί για να υιοθετήσουμε λέξεις τούρκικες στο λεξιλόγιό μας!!!


Βέβαια έχει συμβεί και το αντίθετο. Πάρα πολλές λέξεις ελληνικές χρησιμοποιούνται σήμερα από τους Τούρκους, κυρίως επιστημονικής προέλευσης. Πιο κάτω ένα δείγμα.
ekonomi = οικονομία [αρχ. ελλ. > γαλλ. économie > τουρκ.].
ekonomik = οικονομικός [αρχ. ελλ. > γαλλ. économique > τουρκ.].
ekonomist = οικονομολόγος [ελλ. > γαλλ. économiste > τουρκ.].
ekopraksi = ηχοπραξία, ηχοκινησία [ελλ. > γαλλ. échopraxie > τουρκ.].
eksen = άξονας [αρχ. ελλ. άξων > τουρκ.].
elastik = ελαστικός [αντιδ. μετγν. ελλ. ελαστός > γαλλ. élastique > τουρκ., νεοελλ.].
elastikî = ελαστικός [μετγν. ελλ. ελαστός > γαλλ. élastique + αραβ. -î > τουρκ.].
elastikiyet = ελαστικότητα [ελλ. > γαλλ. élastique + αραβ. -iyyet > τουρκ.].
elektrik = ηλεκτρικός [ελλ. > γαλλ. électrique > τουρκ.].
elektrikçi = ηλεκτρολόγος [ελλ. > γαλλ. électrique + τουρκ. -çi > τουρκ.].
elektriklenmek = ηλεκτρίζω [ελλ. > γαλλ. électrique + τουρκ. -lenmek > τουρκ.].
elektrolit = ηλεκτρολύτης [ελλ. > γαλλ. électrolyte > τουρκ.].
elektroliz = ηλεκτρόλυση [ελλ. > γαλλ. électrolyse > τουρκ.].
elektromanyetizma = ηλεκτρομαγνητισμός [ελλ. > γαλλ. électromagnetisme > τουρκ.].
elektromekanik = ηλεκτρομηχανικός [ελλ. > γαλλ. électromécanique > τουρκ.].
elektron = ηλεκτρόνιο [ελλ. > γαλλ. électron > τουρκ.].
elektronik = ηλεκτρονικός [ελλ. > γαλλ. électronique > τουρκ.].
elektroskop = ηλεκτροσκόπιο [ελλ. > γαλλ. électroscope > τουρκ.].

Δεν υπάρχουν σχόλια: