Δεν κάνω κάτι ιδιαίτερο. Κάνω ακριβώς ό,τι κάνω κάθε πρωι: φτιάχνω καφέ, κάτι να φαω... Και σκέφτομαι πώς είναι να ξυπνάς με πόλεμο.
Για την ακρίβεια, πώς είναι να κοιμήθηκες με ειρήνη και να ξυπνάς με πόλεμο.
Το ίδιο ακριβώς έκαναν εκατομμυρια Έλληνες τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου 1940. Δεν ήταν αργία, ούτε εθνική εορτή, δεν ήταν καμία σημαντική ημέρα, ήταν μια μέρα σαν όλες τις άλλες. Ήταν άλλη μια μέρα στο μεροκάματο, στη δημόσια υπηρεσία, στο εργοστάσιο, στο σχολείο. Μανάδες ξύπνησαν για να ζυμώσουν ψωμί, παιδιά σηκώθηκαν βαριεστημένα για το σχολείο, πατεράδες ξυρίζονταν μισονυσταγμένοι. Μια πολύ φθινοπωρινή τσαγκαροδευτέρα με αρκετή ψύχρα, που μετά το σαββατοκύριακο έπρεπε όλοι ξανά να μπούνε στο μαγκανοπήγαδο της καθημερινότητας και της βιοτής. Τουλάχιστον αυτό περίμεναν το προήγουμενο βράδυ που έπεσαν για ύπνο.
Και ξαφνικά: ΠΟΛΕΜΟΣ.
Τα σύννεφα υπήρχαν από καιρό, οι στρατηγοί ήξεραν τι έρχεται, ο κυβερνήτης είχε πάρει την απόφασή του, οι ενοπλες δυνάμεις προετοιμάζονταν, το διεθνές περιβάλλον δεν προοιώνιζε τίποτα καλό. Ο λαός το φοβόταν, όλοι το υποψιαζόντουσαν, πολλά γραφόντουσαν, αλλά όλοι το απεύχονταν και το ξόρκιζαν. Και βέβαια, κανείς δεν ήξερε το πότε. Κανείς δεν τους είπε ότι τον άλλο μήνα, την άλλη εβδομάδα, την παραπάνω Δευτέρα θα εχουμε πόλεμο. Κι όσο δεν συνέβαινε, τόσο διατηρούσαν όλοι την ανθρώπινη πεποίθηση ότι δεν θα συμβεί στις μέρες τους. Οι μεγαλύτεροι ήξεραν τι σημαίνει πόλεμος, είχαν ζήσει μεσα σε πόλεμο, πολλοί είχαν πάει σε πόλεμο. Αλλά είχαν περάσει ήδη σχεδόν 20 χρόνια από τις τελευταίες πολεμικές επιχειρήσεις των Ελλήνων. Και πολλά περισσότερα από την τελευταία φορά που ο πόλεμος ήταν στα σπίτια τους. Παρότι δεν ζούσαμε και τις ομαλότερες και ανέφελες εποχές, ενα μεγάλο τμημα του ελληνικού λαού πρέπει να είχε την απορία: τι είναι πόλεμος;
Δεν υπήρχαν τηλεοράσεις και ιντερνετ, δεν υπήρχαν καν τηλέφωνα για να αρχίσει να διαδίδεται το μαντάτο που είχε σκάσει στις 3 το πρωί στο σπίτι του κυβερνήτη στην Κηφισιά.
Οι σειρήνες της αντιαεροπορικής άμυνας ήχησαν στις 7 το πρωι.
Όσοι είχαν ξυπνήσει αχάραγα, οι σειρήνες τους βρήκαν στο δρόμο για τη φάμπρικα. Άραγε είχε κυκλοφορήσει το νέο στους δρόμους ή περπατούσαν εντελώς αμέριμνοι και ανυποψίαστοι των όσων ήδη συνέβαιναν από τις 5μισι το πρωι στα ελληνοαλβανικά σύνορα;
Κάποιοι θα ξύπνησαν απότομα από τις σειρήνες. Πώς είναι άραγε να ξυπνάς από τις σειρήνες; Φαντάζομαι ότι θα έσπευσαν να ανοίξουν το μόνο Μέσο πληροφόρησης που υπήρχε τότε: το ραδιόφωνο -όσοι είχαν. Κι εκεί θα έπεσαν πάνω στο Πρώτο Πολεμικό Ανακοινωθέν του Γενικού Στρατηγείου:
«Αι ιταλικαί στρατιωτικαί δυνάμεις προσβάλλουν από της 5ης και 30 πρωινής της σήμερον τα ημέτερα τμήματα προκαλύψεως της ελληνοαλβανικής μεθορίου. Αι ημέτεραι δυνάμεις αμύνονται του πατρίου εδάφους».
Ένα λιτό και στεγνό «αι ημέτεραι δυνάμεις αμύνονται του πατρίου εδάφους» που τα είπε όλα σε λίγες λέξεις και πήγε να συναντήσει ένα εξίσου λιτό και στεγνό «μολών λαβέ», συνδέοντας και συμπεριλαμβάνοντας σε μια στιγμή και σε μια φράση 3,000 χρόνια ελληνισμού.
Την πάνδημη έκρηξη ενθουσιασμού την ξέρουμε.
Αλλά αυτό ήρθε μετά, στη διάρκεια της ημέρας, όταν το συλλογικό θυμικό πλημμύρισε τους δρόμους της Αθήνας και έπνιξε τις πρώτες σκέψεις.
Ποιες ήταν οι πρώτες σκέψεις;
Τι κάνεις όταν ακους σειρήνες και αυτό το ανακοινωθέν;
Τι σκέφτεσαι;
Πώς αντιδράς;
Πώς νιώθεις;
Τι σκέφτηκαν άραγε οι μανάδες;
Τι ένιωσαν οι γυναίκες; Οι αρραβωνιαστικές; Οι άντρες σε στρατεύσιμη ηλικία; Οι ηλικιωμένοι;
Τα πιτσιρίκια πανηγύρισαν που θα έχαναν το σχολείο;
Στα αστικά κέντρα, το τι σημαίνει πόλεμος το έμαθαν πρώτοι οι κάτοικοι της Πάτρας πριν προλάβουν να συνέλθουν από το σοκ της ανακοίνωσης. Ο πρώτος αεροπορικός βομβαρδισμός από τα ιταλικά πολεμικά της 116 Μοίρας έγινε στις 9μισι το πρωί. Όχι μόνο στο λιμάνι, αλλά και στο κέντρο της πόλης. Ακολούθησαν Θεσσαλονίκη, Κέρκυρα, Λάρισα. Στην Αττική το αεροδρόμιο του Τατοΐου και ο ναύσταθμος στον Σκαραμαγκά ήταν οι πρώτοι στόχοι μέχρι τέσσερις ημέρες αργότερα, την 1η Νοεμβρίου, όπου πήρε σειρά το λιμάνι του Πειραιά και τα περίχωρα, με βόμβες να πέφτουν σε κατοικημένες περιοχές από οπου περνούσαν σιδηροδρομικές γραμμές.
Πώς είναι τελικά να ξυπνάς με πόλεμο;
Πώς είναι τελικά να κοιμάσαι με τη σκέψη τι φαϊ θα μαγειρέψεις αύριο και να ξυπνάς με τη σκέψη αν θα έχεις φαϊ να μαγειρέψεις αυριο;
Η ώρα είναι 5μισι το πρωι.
Κάθε χρόνο τέτοια μέρα ξυπνάω νωρίτερα.
Μέχρι να γράψω αυτό το κείμενο η ώρα έχει πάει 07:00.
Δεν υπάρχουν σειρήνες.
Οι κανονιοβολισμοί από το Λυκαβητό, μέσα σε μια ράθυμη ησυχία λόγω αργίας, υπενθυμίζουν ίσως κάτι από το κλίμα εκείνου του πρωϊνού.
Βάζω να ακούσω το Πολεμικό Ανακοινωθέν του Γενικού Στρατηγείου:
«....Αι ημέτεραι δυνάμεις αμύνονται του πατρίου εδάφους».
Τι θα γράφει άραγε το επόμενο Πρώτο Πολεμικό ανακοινωθέν;
Πώς θα είναι να ξυπνάς με πόλεμο;
Μπορούμε να ελπίζουμε ότι δεν θα μάθουμε;
Ή απλώς διατηρούμε ίδια ανθρώπινη πεποίθηση ότι δεν θα συμβεί στις μέρες μας;"
Πώς είναι τελικά να ξυπνάς με πόλεμο;
Πώς είναι τελικά να κοιμάσαι με τη σκέψη τι φαϊ θα μαγειρέψεις αύριο και να ξυπνάς με τη σκέψη αν θα έχεις φαϊ να μαγειρέψεις αυριο;
Η ώρα είναι 5μισι το πρωι.
Κάθε χρόνο τέτοια μέρα ξυπνάω νωρίτερα.
Μέχρι να γράψω αυτό το κείμενο η ώρα έχει πάει 07:00.
Δεν υπάρχουν σειρήνες.
Οι κανονιοβολισμοί από το Λυκαβητό, μέσα σε μια ράθυμη ησυχία λόγω αργίας, υπενθυμίζουν ίσως κάτι από το κλίμα εκείνου του πρωϊνού.
Βάζω να ακούσω το Πολεμικό Ανακοινωθέν του Γενικού Στρατηγείου:
«....Αι ημέτεραι δυνάμεις αμύνονται του πατρίου εδάφους».
Τι θα γράφει άραγε το επόμενο Πρώτο Πολεμικό ανακοινωθέν;
Πώς θα είναι να ξυπνάς με πόλεμο;
Μπορούμε να ελπίζουμε ότι δεν θα μάθουμε;
Ή απλώς διατηρούμε ίδια ανθρώπινη πεποίθηση ότι δεν θα συμβεί στις μέρες μας;"
Από το facebook



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου